Μικρόσωμο είδος ψαριού, όπου σπάνια φθάνει τα 12 εκατοστά, ενώ συνήθως κυμαίνεται από 5 έως 7 εκατοστά.  Δεν έχει αλιευτικό ή κάποιο άλλο ενδιαφέρον για τις τοπικές οικονομίες. Προσαρμόζεται αρκετά εύκολα, έχει μικρό κύκλο ζωής και μπορεί να εγκατασταθεί σχετικά γρήγορα δημιουργώντας πληθυσμούς με πολύ μεγάλες πυκνότητες. Προέρχεται από την ανατολική Ασία που εισήλθε στην Ευρώπη με εισαγωγές διακοσμητικών ψαριών. Απελευθερώθηκε στην φύση, πρώτα στην Ρουμανία στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και από εκεί επεκτάθηκε μέσω του Δούναβη. Η περαιτέρω επέκταση του στην Ευρώπη ήταν κυρίως ακούσια μέσω της μεταφοράς του γόνου των αυτόχθονων ψαριών που πραγματοποιείται για τον εμπλουτισμό υδάτινων οικοσυστημάτων για αλιευτική χρήση.

Στην Ελλάδα το είδος έχει εγκατασταθεί από την δεκαετία του 1980. Σήμερα είναι από τα τέσσερα πιο άφθονα και διαδεδομένα ξενικά ψάρια στα εσωτερικά νερά της χώρας. Ζει κυρίως σε πεδινά και ημιορεινά ποτάμια, κανάλια και λίμνες· καθώς επίσης σε ρέματα με μικρή ροή και ενίοτε σε ορεινές περιοχές, συχνά σε πυκνούς πληθυσμούς. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες εξαπλώνεται ταχύτατα σε διάφορες λίμνες, ταμιευτήρες και ποτάμια της Ελλάδας, ιδίως στις μεγάλες λεκάνες απορροής ποταμών της βόρειας και δυτικής Ελλάδας. Έχει εγκατασταθεί στις λίμνες Πρέσπα, Βόλβη και σε ορισμένους ταμιευτήρες φραγμάτων όπως επίσης και σε πολλούς ποταμούς, όπως τον Άραχθο, Θεσσαλικό Πηνειό, Αλιάκμονα, Αξιό, Λουδία, Στρυμώνα, Νέστο, και Έβρο.

Είναι από τους αποτελεσματικότερους εισβολείς των εσωτερικών νερών της Ευρώπης και αυτό οφείλετε στην ευελιξία στη διατροφή τους, τον μικρό χρόνο αναπαραγωγής (μέχρι 4 γενιές το χρόνο), την υψηλή αναπαραγωγική προσπάθεια και την παροχή γονικής φροντίδας. Αντέχει σε εύτροφικές και πολύ υποβαθμισμένες ρυπασμένες συνθήκες με χαμηλό οξυγόνο στο νερό.  Είναι ένα από τα ξενικά είδη που ευνοείται από την ανθρωπογενή υποβάθμιση των οικοσυστημάτων με ανταγωνιστικό χαρακτηριστικό το να προσαρμόζεται καλύτερα σε διαταραγμένα ή ρυπασμένα οικοσυστήματα έναντι πολλών αυτοχθόνων ειδών. Η ψευδοράσμπορα είναι ένα επιβλαβές εισβολικό ξενικό είδος, το οποίο αποτελεί και τροφικό ανταγωνιστή για τα αυτόχθονα είδη της ιχθυοπανίδας, ενώ ως παμφάγο είδος συχνά καταβροχθίζει αυγά και λάρβες άλλων ψαριών. Παρότι υπάρχουν αρκετές καταγεγραμμένες παρατηρήσεις ανταγωνισμού με άλλα είδη μικρών ψαριών στην Ελλάδα, οι επιπτώσεις του δεν είναι ακόμη καλά μελετημένες. Πιο συγκεκριμένα στις λίμνες (π.χ. Πρέσπες) παρουσιάζει αρνητική επίδραση σε ορισμένα ενδημικά είδη, ενώ σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες έχει υπάρξει και φορέας μεταφοράς παρασίτων που επιδρούν αρνητικά στην αυτόχθονη ιχθυοπανίδα.

Μετά την εγκατάσταση της ψευδοράσμπορας, η εξόντωση των πληθυσμών του είδους είναι εξεταστικά δύσκολη. Ένας τρόπος καταπολέμησης του σε μικρές λίμνες και υδατοσυλλογές είναι η χρήση χημικών ουσιών – ιχθυοκτόνων (π.χ. ροτενόνη). Δυστυχώς όμως η εφαρμογή της ροτενόνης έχει αφενώς υψηλό κόστος και αφετέρου αρνητικές περιβαλλοντικές παρενέργειες, διότι θανατώνει ουσιαστικά και όλα τα άλλα ψάρια στην περιοχή εφαρμογής. Εντούτοις, τα τελευταία χρόνια στην Βρετανία έχουν εξαλειφτεί αποτελεσματικά μερικοί πληθυσμοί με την χρήση της ροτενόνης. Τέτοιες δράσεις εξάλειψης πραγματοποιούνται αυστηρά και μόνο υπό επιστημονική καθοδήγηση. Η καλύτερη μορφή προστασίας είναι η πρόληψη της διασποράς και επέκτασης του είδους σε περιοχές που δεν έχει ακόμη εγκατασταθεί. Η ευαισθητοποίηση των πολιτών και η αποτελεσματική πάταξη της εισαγωγής του είδους είναι απαραίτητη. Το σοβαρότερο πρόβλημα παραμένει η ακούσια μεταφορά του με τον γόνο άλλων ψαριών (π.χ. Κυπρίνου), διαδικασίες όπου δυστυχώς ως σήμερα η χώρα μας δεν ελέγχει αποτελεσματικά στο γενικότερο πλαίσιο της αλιευτικής διαχείρισης και των υδατοκαλλιεργειών των εσωτερικών υδάτων.