H πεταλούδα (Carassius gibelio) και το χρυσόψαρο (Carassius auratus) και είναι συγγενικά είδη που έχουν προέλευση την κεντρική και ανατολική Ασία. Η πεταλούδα είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα ξενικά ψάρια στην Ελλάδα, όπου εισάγεται κυρίως ακούσια μέσω της μεταφοράς του γόνου των αυτόχθονων ψαριών για τον εμπλουτισμό υδάτινων οικοσυστημάτων για αλιευτική χρήση. Πιο συγκεκριμένα εισάγεται μαζί με τα νεαρά ιχθύδια του κυπρίνου (Cyprinus carpio) που έχουν ως στόχο τις τονώσεις για τον εμπλουτισμό αλιευμάτων. Θωρείται ένα από τα σοβαρότερα είδη – ζιζάνια για τους επαγγελματίες αλιείς και έχει παρατηρηθεί μεγάλη μείωση των αλιευτικά σημαντικών ειδών (π.χ. κυπρίνου) όταν αυξάνονται οι πληθυσμοί της στις λίμνες. Επιπρόσθετα στην Ελλάδα, η πεταλούδα θεωρείται ως ανταγωνιστής του συγγενικού αυτόχθονου είδος Carassius carassius (κουτσουράς). Πριν την μεγάλη εξάπλωση της πεταλούδας και του χρυσόψαρου στην Ελλάδα, το Carassius carassius προϋπήρχε αντ’ αυτών στα οικοσυστήματα της βορειοανατολικής Ελλάδας, ενώ πιθανόν έχει πια εξαφανιστεί από την χώρα μας, εξαιτίας αυτών των εισαγωγών.

Η πεταλούδα έχει εξαπλωθεί σε πάρα πολλά οικοσυστήματα της χώρας μετά την εγκατάσταση των πρώτων πληθυσμών στην δεκαετία του 1950. Είναι πλέoν ένα από τα πιο διαδεδομένα ξενικά ψάρια των εσωτερικών υδάτων της Ελλάδας και ένα από τα πιο εισβολικά είδη της χώρας. Σήμερα υπάρχει στους περισσότερους ποταμούς της ηπειρωτικής Ελλάδας, σε πολλούς ταμιευτήρες και μικρούς ποταμούς καθώς και σε ορισμένα νησιά. Είναι από τα λίγα ψάρια του γλυκού νερού στην Ελλάδα που αποτελούνται σχεδόν αποκλειστικά από θηλυκά άτομα, τα οποία αναπαράγονται γυνογενετικά (με την χρήση σπέρματος άλλων ειδών ψαριών που αιωρείται στο νερό γονιμοποιεί τα αυγά του). Αυτή η μορφή «παρασιτισμού του σπέρματος» (sperm parasitism) ευνοεί υπέρμετρα το είδος και δημιουργεί πληθυσμούς με υψηλές πυκνότητες σε λίμνες και υγροτόπους. Ως τμηματικός αποθέτης γεννά μέχρι και 3 φορές μέσα στην περίοδο αναπαραγωγής.

Η πεταλούδα είναι ένα έντονα “εισβολικό είδος” που επιπροσθέτως μπορεί να επιζήσει σε αντίξοες συνθήκες (π.χ. ρυπασμένα νερά). Σε πολλές χώρες θεωρείται έντονα επιβλαβές είδος, το οποίο συχνά επιδρά αρνητικά στα ιχθυοαποθέματα των φυσικών λιμνών και ποταμών. Επίσης λειτουργεί αρνητικά και στην οικολογία των λιμναίων οικοσυστημάτων αυξάνοντας την θολερότητα από την αναμόχλευση του πυθμένα. Προτιμά τα στάσιμα ή αργής ροής νερά των ποταμών καθώς και κάθε είδους λιμναίων και στάσιμων νερών (ειδικά σε λίμνες, ταμιευτήρες, κανάλια, τάφρους και έλη). Αν και είναι εδώδιμο είδος, συνήθως δεν έχει οικονομική αξία, ενώ αντιθέτως προκαλεί πολύ μεγάλη ζημία στην αλιεία των εσωτερικών υδάτων αφενός διότι μπλέκεται και καταστρέφει τα δίχτυα των ψαράδων και αφετέρου διότι ανταγωνίζεται άλλα πιο εμπορικά είδη.