Το Μεγαλόστομο λαυράκι, όπως και το ηλιόψαρο, ανήκει στις Κεντραρχίδες, (οικογένεια Centrarchidae). Προέρχεται από τις Ανατολικές Η.Π.Α., τον Καναδά και το Βορειοανατολικό Μεξικό. Το μέγεθός του μπορεί να φθάσει έως τα 80 εκατοστά αλλά συνήθως είναι πολύ μικρότερο.

Είναι ένα από τα πιο διάσημα είδη της ερασιτεχνικής αλιείας επειδή είναι σαρκοβόρος κυνηγός – αλλά όπου έχει εισαχθεί, εκτός Βόρειας Αμερικής, έχει δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα και υποβάθμιση στα φυσικά υδατικά οικοσυστήματα. Έχει ήδη μεγάλη εξάπλωση στην Ευρώπη και σε εύκρατα και ημιτροπικά νερά πολλών χωρών. Έχει αναφερθεί μόνο μία φορά επισήμως στην Ελλάδα, το 2003, σε κανάλια του κάτω ρου του Αχελώου και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι έχει εγκατασταθεί εκεί. Η εισαγωγή αυτή ήταν μάλλον διαφυγές από ιχθυοκαλλιέργειες, όπου τα ψάρια ευτυχώς δεν κατάφεραν να επεκταθούν σε άλλα οικοσυστήματα της Αιτωλοακαρνανίας (μιας περιοχής με πολλά απειλούμενα και τοπικά ενδημικά είδη ψαριών γλυκού νερού). Το 2019 όμως αναφέρθηκαν αδημοσίευτες πληροφορίες ότι το είδος έχει ήδη περάσει τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα στον Στρυμόνα και συγκεκριμένα εντοπίστηκε στην λίμνη Κερκίνη (στο  Βουλγάρικο τμήμα του ποταμού έχει ήδη εγκατασταθεί εδώ και καιρό).

Το Μεγαλόστομο λαβράκι ζει σε μεγάλη ποικιλία λιμνών, ταμιευτήρες, κανάλια και τάφρους συνήθως με πλούσια βλάστηση, καθώς και ποτάμια και ρέματα, με αργή ροή. Προτιμά το καθαρό και διαυγές νερό γιατί με την όραση καρτερά την λεία του. Ενώ δεν είναι πολύ κοινό σε ποταμούς, το φυσικό δίκτυο των ποταμών και των ρεμάτων είναι διάδρομοι εποίκησης νέων περιοχών συνδέοντας ταμιευτήρες και άλλες τεχνητές λιμναίες υδατοσυλλογές όπου κυρίως αναπτύσσονται οι εισαχθέντες πληθυσμοί. Μπορεί να αντέξει σε σχετικά ρυπασμένα νερά και σε ελαφρώς υφάλμυρες συνθήκες.

Θεωρείται ως ένα από τα πιο βλαπτικά ξενικά είδη στα γλυκά νερά των μεσογειακών περιοχών επειδή θηρεύει ιθαγενή είδη ψαριών και πολλά άλλα υδρόβια ζώα.  Στην Κύπρο αναφέρεται ότι συνέβαλε στη μείωση ενός πληθυσμού του σπάνιου κυπριακού νερόφιδου (Φράγμα Ξυλιάτου). Είναι γνωστό ότι το ψάρι αυτό, ως μεγάλος θηρευτής, τρέφεται και με νεαρά ερπετά αλλά και με την τροφή τους, δηλαδή τα ψάρια και αμφίβια. Σε ορισμένους ταμιευτήρες στη Κύπρο έχουν παρατηρηθεί και πολύ υψηλές συγκεντρώσεις του Μεγαλόστομου Λαυρακιού (π.χ. Φράγμα Ευρέτου, Φράγμα Λεύκας) – με πιθανές επιπτώσεις σε αυτόχθονα είδη. Σε περιοχές με πλούσια ενδημική ιχθυοπανίδα όπως την Ισπανία, Μαδαγασκάρη, Νότια Αφρική, Κούβα, Γουατεμάλα, και Ιαπωνία η εγκατάσταση του είδους έχει προκαλέσει πολλά προβλήματα στην στους αυτόχθονους πληθυσμούς και επιπροσθέτως σε κάποιες περιπτώσεις σε άλλα είδη υδρόβιων ζώων.

Ως μεγαλόσωμο και μακρόβιο είδος που ανέχεται μεγάλη ποικιλία τύπων ενδιαιτημάτων και συνθηκών μπορεί να διασχίσει και υφάλμυρα νερά και λιμνοθάλασσες κατά την διασπορά του. Συνεπώς οι δράσεις καταπολέμησης ακόμη και ενός μικρού πληθυσμού είναι δύσκολες σε φυσικά υδατικά οικοσυστήματα. Θα πρέπει να γίνει κάθε δυνατή προσπάθεια να μην εξαπλωθεί αυτό το δυνητικά πολύ εισβολικό ξενικό είδος στην Ελλάδα. Ο περιορισμός της εξάπλωσης μπορεί αρχικά να επιτευχθεί με την προσπάθεια ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης καθώς και την επιστημονική παρακολούθηση συγκεκριμένων ευάλωτων περιοχών (π.χ. διασυνοριακά ποτάμια).