Το είδος προέρχεται από τις Νοτιοανατολικές Η.Π.Α., ανήκει στην οικογένεια Poeciliidae και ομοιάζει πολύ με τα πασίγνωστα τροπικά γκάπυ (guppy) των ενυδρείων. Το μέγεθός του κυμαίνεται από 3 έως 5 εκατοστά, όμως τα θηλυκά άτομα του είδους μπορούν να φθάσουν έως και τα 7 εκατοστά. Αυτό το μικρόσωμο ψάρι, χωρίς έντονους χρωματισμούς αν και δεν είναι ιδιαίτερα ελκυστικό ως διακοσμητικό είδος σε ενυδρεία, έγινε διάσημο λόγο της υπόθεσης – εικασίας ότι τρέφεται αποκλειστικά με κουνούπια και κατ’ επέκταση καταπολεμά την ελονοσία. Έτσι έγινε το κατεξοχήν εισαχθέν είδος με σκοπό την βιολογική καταπολέμηση των κουνουπιών, με αποτέλεσμα σε διάστημα περίπου 100 ετών να βρίσκεται σχεδόν σε όλο τον κόσμο.

Έως σήμερα έχει εισαχθεί και εγκατασταθεί σε περισσότερες από 50 χώρες. Στην Μεσόγειο και πιο συγκεκριμένα στην χώρας μας, έφτασε στην δεκαετία του 1920. Είναι σήμερα το πιο διαδεδομένο ξενικό ψάρι στα εσωτερικά νερά της Ελλάδας και της Κύπρου. Παλαιότερα γινόντουσαν επίσημοι εμπλουτισμοί του είδους από διάφορες κρατικές υπηρεσίες με στόχο την καταπολέμηση της ελονοσίας. Η κατανομή του περιλαμβάνει τα περισσότερα οικοσυστήματα της ηπειρωτικής Ελλάδας, στα νησιά, καθώς και σε  όλων των μορφών τα εσωτερικά ύδατα, από ποτάμια συστήματα, φυσικές λίμνες, ταμιευτήρες, λιμνία, υγρότοπους, έλη, μικρές πισίνες κήπων, ιαματικά λουτρά κ.ο.κ. 

Πιο συγκεκριμένα, αφθονεί σε αρκετά ζεστά νερά, κυρίως σε πεδινές και ημιορεινές περιοχές, αλλά έχει βρεθεί και σε ορεινά ύδατα (π.χ. στον ποταμό Αλιάκμονα κοντά στα Γρεβενά και σε ορισμένους ταμιευτήρες στο Δάσος της Πάφου, Κύπρος). Απαντάται σε πολύ μεγάλη ποικιλία λιμναίων και ποτάμιων ενδιαιτημάτων, ενώ μπορεί να επιβιώσει σε πολύ ρυπασμένα νερά και κάποιες φορές σε υφάλμυρες συνθήκες, (π.χ. στη λίμνη Κουμουνδούρου και στην Αλυκή Ακρωτηρίου της Κύπρου). Επιπροσθέτως το είδος παρουσιάζει υψηλή ανθεκτικότητα στις περιβαλλοντικές μεταβολές, είναι ιδιαίτερα ανεκτικό στην ρύπανση και στον ευτροφισμό των νερών, ενώ αντέχει και σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Ωστόσο δεν είναι ικανό να αναπαραχθεί σε πολύ κρύα νερά. Ως εκ τούτου απουσιάζει από τα κρύα νερά καρστικών πηγών – που λειτουργούν ως τα τελευταία καταφύγια για αυτόχθονα και ενδημικά είδη ψαριών που απειλούνται από την παρουσία του. 

Η αναπαραγωγική βιολογία του παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα ωοζωοτόκα ψάρια στα εσωτερικά νερά της Ελλάδας. Γεννά έμβρυα τα οποία σχηματίζονται πλήρως και είναι έτοιμα να κολυμπήσουν μόλις γεννηθούν. Το θηλυκό θα κάνει πολλές γέννες τον χρόνο χωρίς την ανάγκη του αρσενικού (αποθηκεύει το σπέρμα εσωτερικά). Γεννά συνήθως μέχρι πέντε φορές το χρόνο με αναπαραγωγική δύναμη κάθε φορά περίπου 80 γόνους ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται ταχύτατα και ωριμάζει σεξουαλικά πολύ γρήγορα (γύρω στις 4 – 6 εβδομάδες). Όταν οι συνθήκες είναι ιδανικές για το κουνουπόψαρο συχνά παρατηρούνται “υπερσυγκεντρώσεις” με χιλιάδες άτομα. Σε υψηλές συγκεντρώσεις τα ψάρια καταστρέφουν όλον τον βιόκοσμο του πλαγκτού και συνεχίζουν να τρέφονται με θρύμματα, άλγη και διάτομα. Μάλιστα είναι γνωστό από έρευνες στην Κέρκυρα ότι το είδος προκαλεί ραγδαίες αλλαγές των πληθυσμών και εξάλειψη ορισμένων ειδών ζωοπλαγκτού σε λιμνία, γεγονός που έχει επιβεβαιωθεί πολλές φορές και στο εξωτερικό. Αντίθετα λοιπόν με την εικασία που οδήγησε το είδος στην εισαγωγή του σχεδόν σε όλο τον κόσμο, τα αβγά και νύμφες κουνουπιών (ή δίπτερων) αποτελούν ένα σχετικά μικρό μέρος της διατροφής του.

Επιγραμματικά, τo κουνουπόψαρο θεωρείται ως ένα από τα πλέον εισβολικά ξενικά σπονδυλόζωα, απειλεί άμεσα και εκτοπίζει ιθαγενή είδη ψαριών, μέσω του τροφικού ανταγωνισμού, των ανταγωνιστικών αλληλεπιδράσεων με άλλα είδη ψαριών και της θήρευσης. Στην Ελλάδα το είδος έχει αποδειχθεί ότι φέρεται ανταγωνιστικά σε πολλά μικρόσωμα ψάρια, όπως τα είδη του γένους Pelasgus (7 είδη) και σε άλλα σπάνια είδη (π.χ. του γένους Valencia, 2 είδη). Επίσης στην Κύπρο υπάρχουν ενδείξεις ότι ανταγωνίζεται τοπικούς πληθυσμούς της ζαμπαρόλας (Aphanius fasciatus). Πιθανότατα μπορεί να επηρεάζει και άλλα μικρόσωμα ψάρια εκεί που οι συγκεντρώσεις των πληθυσμών του είναι υψηλές. Το είδος αυτό αποτελεί παράγονται μείωσης και άλλων ειδών ψαριών στην Ιβηρία, Τουρκία και Μέση Ανατολή. Γενικά παρότι το κουνοπόψαρο μπορεί τοπικά να έχει συνεισφέρει στην προσπάθεια καταπολέμησης των κουνουπιών έχει προκαλέσει σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα και στις σχετικές οικοσυστημικές υπηρεσίες.

Όπως με τα περισσότερα ξενικά ψάρια, το βασικό πρόβλημα με το είδος είναι ότι εάν εγκατασταθεί είναι πάρα πολύ δύσκολο να εξαλειφθεί. Έχουν γίνει προσπάθειες καταπολέμησης του αλλά αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο και έχει υψηλό κόστος. Η χρήση χημικών ουσιών (π.χ. ροτενόνη)  έχει προταθεί επίσης – αλλά αυτό μπορεί να επηρεάσει αρνητικά πολλά σπονδυλόζωα στο σύστημα. Τοπικά η ολική ξήρανση λιμνών ή καναλιών είναι επίσης μια πρόταση περιορισμού της εξάπλωσης του. Όλα αυτά απαιτούν στρατηγική και επιστημονική καθοδήγηση και σε ορισμένες περιπτώσεις αξίζουν να δοκιμαστούν (π.χ. όταν πράγματι διαπιστωθεί ότι κινδυνεύουν στενότοπα ενδημικά είδη γλυκών νερών).