Η ιριδίζουσα πέστροφα (ή αλλιώς  αμερικάνικη πέστροφα) αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό είδος των ποταμών της Β. Αμερικής. Το όνομα της προέκυψε από το ιδιαίτερο ιριδίζον χρώμα στα πλευρά της. Προτιμά ποτάμια με γρήγορη ροή και υψηλές τιμές διαλυμένου οξυγόνου.

Θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά είδη τόσο για τις υδατοκαλλιέργειες όσο και για την ερασιτεχνική αλιεία εσωτερικών υδάτων. Για το λόγο αυτό μάλιστα, καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση στον κατάλογο των πιο συχνά εισαγόμενων ειδών στον κόσμο, που έχει εξαπλωθεί σε περισσότερες από 100 χώρες. Στην Ευρώπη, κατατάσσεται ως το πιο συχνά εισαγόμενο είδος με αναφερόμενη είσοδο σε τουλάχιστον 30 χώρες.

Στην Ελλάδα η ιριδίζουσα πέστροφα εκτρέφεται εντατικά για σχεδόν έξι δεκαετίες, μετά από μια αρχική εισαγωγή γονιμοποιημένων αυγών από την Ελβετία το 1951. Αυτή την στιγμή υπάρχουν περίπου 80 μονάδες εκτροφής ιριδίζουσας πέστροφας μικρής έως μεσαίας κλίμακας, κυρίως στο βορειοδυτικό τμήμα της Ελλάδας και θεωρούνται ως ένας από τους βασικούς μηχανισμούς εισαγωγής της πέστροφας στα φυσικά συστήματα. Επιπλέον, έχουν πραγματοποιηθεί εντατικοί εμπλουτισμοί με το είδος σε έναν μεγάλο αριθμό ποταμών και ρεμάτων είτε από τοπικές υπηρεσίες είτε από φυσικά πρόσωπα. Δυστυχώς η συντριπτική πλειονότητα των εμπλουτισμών παραμένει μη καταγεγραμμένη. Από την άλλη πλευρά ωστόσο, το θετικό είναι ότι ιριδίζουσα πέστροφα δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει αναπαραγωγικούς πληθυσμούς πλην ελαχίστων εξαιρέσεων στην Ν. Πελοπόννησο και πιθανόν στην Κρήτη.

Δεδομένης της τεράστιας παγκόσμιας κλίμακας εισαγωγής της ιριδίζουσας πέστροφας συχνά έχουν αναφερθεί αρνητικές επιπτώσεις σε αυτόχθονα είδη. Η βιβλιογραφία αναφέρει πολλές δυσμενείς επιπτώσεις, ειδικά σε άλλα είδη της οικογένειας Salmonidae μέσω μηχανισμών όπως η θήρευση, ο ανταγωνισμός των πόρων, ο υβριδισμός, η μετάδοση ασθενειών κ.α. Μέσω αυτής της τεκμηρίωσης, η ιριδίζουσα πέστροφα έχει αποκτήσει τη φήμη ως ένα εξαιρετικά επιβλαβές χωροκατακτητικό είδος. Αναφέρεται ως ένα από τα 100 «χειρότερα χωροκατακτητικά ξενικά είδη» (εισβολικά) που αναγνωρίζονται παγκοσμίως από το IUCN.