Το Ηλιόψαρο ανήκει στην οικογένεια Centrarchidae της Β. Αμερικής. Είναι ένα μικρόσωμο ψάρι με μέσο μέγεθός τα 20 εκατοστά, έχει την δυνατότητα να φθάσει έως και τα 40 εκατοστά, όταν όμως συναντάται σε συνθήκες υψηλών πληθυσμιακών συγκεντρώσεων το μέγεθος του είναι αρκετά μικρότερο. Ζει σε μεγάλη ποικιλία κλιματικών συνθηκών και ενδιαιτημάτων αλλά βρίσκεται κυρίως σε πεδινές και ορεινές λίμνες, ταμιευτήρες, κανάλια και τάφρους, καθώς και σε πεδινά τμήματα ποταμών και ρεμάτων με χαμηλή ροή. Συνήθως αφθονεί σε στάσιμα ύδατα ή ποταμούς με αργή ροή και πλούσια βλάστηση.

Έχει εισαχθεί ευρύτατα στην Ευρώπη από τις Η.Π.Α. στα τέλη του ’19 αιώνα. Αρχικά η εισαγωγή του προωθήθηκε από εκτροφές του είδους είτε για λόγους ερασιτεχνικής αλιείας είτε ως διακοσμητικά σε ενυδρεία και λίμνες κήπων. Η μεγάλη εξάπλωση του πραγματοποιήθηκε κυρίως με την μεταφορά γόνου άλλων ειδών (π.χ. γόνος κυπρίνων από λίμνες) και μέσω των διασυνοριακών ποταμών καθώς και των υδάτινων καναλιών. Συνολικά στην Ευρώπη έχει εξαπλωθεί, ακούσια ή εκούσια, σε περισσότερες από 28 χώρες. Οι πρώτες εμφανίσεις εγκαταστημένων πληθυσμών στην Ελλάδα παρατηρήθηκαν περίπου την δεκαετία του ’80, ή ίσως και λίγο νωρίτερα, στην λίμνη Κερκίνη και στον ποταμό Έβρο, εισερχόμενο από τα βουλγαρικά τμήματα του Στρυμόνα και Έβρου. Σήμερα είναι πολύ διαδεδομένο σε πολλές λίμνες, όπως: Πρέσπες, Ορεστιάδα (λ. Καστοριάς), Ζάζαρι, Πετρών, Βόλβη, Κάρλα, Τάκα, Ταμιευτήρας Λάδωνα καθώς και σε άλλες μικρότερες λίμνες. Ταυτόχρονα έχει εγκατεστημένους πληθυσμούς στους ποταμούς Έβρο, Στρυμόνα, Νέστο, Αξιό, Αλιάκμονα, θεσσαλικό Πηνειό, Αλφειό και αρκετούς άλλους όμως μέχρι στιγμής δεν έχει διεισδύσει ακόμη σε περιοχές  δυτικά της Πίνδου ή στα νησιά. Συχνά ένας λόγος εισαγωγής του είναι η παράνομη μεταφορά του διότι αποτελεί τροφή του μεγαλόστομου λαβρακιού (Micropterus salmoides) – ενός ξενικού εισβολικού είδους που αποτελεί “τρόπαιο” για τους ερασιτέχνες ψαράδες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κοινή του παρουσία σε πολλούς ταμιευτήρες της Κύπρου όπου επιβιώνει μαζί με το μεγαλόστομο λαβράκι.

Είναι αρπακτικό σαρκοβόρο ψάρι που τρέφεται με πολύ μεγάλη ποικιλία μικρόσωμων υδρόβιων ζώων. Καταβροχθίζει και μικρά ψάρια, τα αυγά τους και αρκετά αμφίβια επίσης. Αποτελεί πρόβλημα ως ξενικό εισβολικό είδος έχοντας την δυνατότητα να αναπτύσσεται σε πολύ μεγάλες συγκεντρώσεις (ειδικά σε μικρές λίμνες και ταμιευτήρες). Λόγο της θήρευσης και του ανταγωνισμό που ασκεί αλλάζει την σύνθεση των αυτοχθόνων υδρόβιων οργανισμών, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις επηρεάζει και ενδημικά ή σπάνια είδη ψαριών. Σε ορισμένες λίμνες έχει εγκαθιδρύσει πολύ μεγάλους πληθυσμούς μικρόσωμων ατόμων, αποτελώντας σοβαρό πρόβλημα για την αλιεία. Οι επιστημονικές έρευνες για τις επιπτώσεις στα Ελληνικά οικοσυστήματα είναι ελάχιστες και ακόμη δεν γνωρίζουμε επακριβώς τις πιέσεις που ασκεί στην βιοποικιλότητα. Συγκαταλέγεται στα τέσσερα πιο διαδεδομένα ξενικά είδη ψαριών των Ελληνικών ποτάμιων οικοσυστημάτων και είναι σχεδόν βέβαιο ότι πρόσφατα έχει επεκταθεί η γεωγραφική του εξάπλωση, ειδικά σε πολλούς μικρούς ταμιευτήρες. Στην Κύπρο το είδος είναι κυρίως διαδεδομένο σε πολλά φράγματα και σε σπάνιες περιπτώσεις εντοπίζεται σε τμήματα ποταμών διαρκούς ροής, συχνά κοντά στους ταμιευτήρες.

Όταν εγκαταστήσει βιώσιμους πληθυσμούς, όπου συνήθως το πραγματοποιεί εύκολα και με επιτυχία σε βαθιές λίμνες και ταμιευτήρες, η καταπολέμηση του είναι σχεδόν αδύνατη. Ταυτόχρονα, επιβιώνει σε μεγάλη ποικιλία ενδιαιτημάτων ακόμη και σε πολύ ρυπασμένα ευτροφικά νερά – συνεπώς μόνο με την αποξήρανση κάποιων υδάτινων συστημάτων επιτυγχάνεται η τοπική εξάλειψή του. Ως βασικό και πρώτιστο μέτρο πρόληψης η απαγόρευση της ελεύθερης διακίνησης του καθώς και άλλων ειδών Lepomis στο εμπόριο διακοσμητικών ειδών. Εξίσου σημαντικό εργαλείο προστασίας για την περαιτέρω εξάπλωσή του είναι οι αυστηροί έλεγχοι που θα βοηθήσουν στην πάταξη της αλόγιστης μεταφοράς και εισαγωγής αυτού του είδους. Ταυτόχρονα, σημαντική είναι και η ενημέρωση των πολιτών, ειδικά των επαγγελματιών και ερασιτεχνών ψαράδων, διότι είθισται να εισάγεται ακουσίως από τους ψαράδες που μεταφέρουν πέρκες ή άλλα ψάρια από τη μία λίμνη στην άλλη με σκοπό τον εμπλουτισμό των ιχθυοαποθεμάτων. Παρότι το είδος είναι εδώδιμο, το σύνηθες μικρό μέγεθος του δεν ευνοεί τους επαγγελματίες ή τους ερασιτέχνες ψαράδες.